
Η Αριστερά στις σύγχρονες συνθήκες αντιμετωπίζει
υπαρξιακά προβλήματα που κύριο είναι ο αυτοπροσδιορισμός της. Ποιά είναι λοιπόν,
η έννοια της Αριστεράς και τί σημαίνει είμαι Αριστερός αναφερόμενος σ’ αυτήν ως
ταυτότητα; Πώς μπορεί να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, έτσι που η Αριστερά να
αυτοπροσδιοριστεί σε σχέση με τη Δεξιά; Η αποκρυπτογράφηση της έννοιας της
Αριστεράς και η αποκάλυψη του περιεχομένου της μπορεί να θεωρηθεί ως μια
υποκειμενική ακόμα και αυθαίρετη ανάλυση. Όμως, η συζήτηση για να εντοπιστούν
οι αιτίες για τη μείωση της αξιοπιστίας της Αριστεράς, όπως και για τους λόγους
που μειώθηκε κάθετα η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τα οράματα και τις αξίες που
εκφράζει και που διατυπώνει στον καθημερινό της λόγο είναι αναγκαία. Η Αριστερά
βρίσκεται σε πολιτική και ιδεολογική κρίση. Η κατάρρευση του κομμουνιστικού
συστήματος συμπαρέσυρε τα κομμουνιστικά κόμματα εξαφανίζοντας τα, από το
ευρωπαϊκό πολιτικό προσκήνιο. Τα άλλα Αριστερά κόμματα και τα σοσιαλδημοκρατικά μπορεί να διαδραματίζουν
ακόμη ρόλο στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, όμως η επιρροή τους έχει συρρικνωθεί.
Στο ερώτημα τί είναι Αριστερά, για κάποιους θα ήταν
αρκετά να απαντήσουν, ότι Αριστερή είναι η κάθε πολιτική δράση που υλοποιείται
ως αγώνας για την πρόοδο, τον εκδημοκρατισμό των διαδικασιών στη λήψη
αποφάσεων, τη διεύρυνση των ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την
ίση κατανομή των εισοδημάτων. Τα στοιχεία αυτά, που αναφέρονται δεν είναι
αρκετά στη σύγχρονη εποχή, για να χαρακτηρίζουν κατ’ αποκλειστικότητα την
Αριστερά και έπαψαν να αποτελούν στη σύνθεση τους την ταυτότητα της. Η διάρρηξη
αυτής της ταυτότητας προήλθε από την διαφοροποίηση του εννοιολογικού περιεχομένου
των αξιών που περιλαμβάνει, επειδή διαφοροποιήθηκαν ριζικά οι παραγωγικές
δυνάμεις και η δομή της κοινωνίας. Αν η σύγχρονη Αριστερά επιθυμεί να στοχαστεί
πάνω σε μια νέα αρχιτεκτονική αρχών, πάνω στις οποίες θα οικοδομηθεί για να
ανταπροκρίνεται στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής, θα πρέπει να ανασυγκροτήσει
το νοηματικό της περιεχόμενο και να θέσει σε αμφιβολία το μέχρι σήμερα αξιακό της
πλούτο. Διαφορετικά θα παραμείνει εγκλωβισμένη στα ιδεολογήματα του
παρελθόντος, οι πολίτες που θα την αποστρέφονται θα αυξάνονται γεωμετρικά και
τελικά θα καταλήξει ένα μουσειακό έκθεμα.
1. Είναι επίκαιρο και συνάμα συναρπαστικό να δοθεί μια
νοηματολογική ερμηνεία στο τί σημαίνει πρόοδος. Εξετάζοντας αυτό το ζήτημα ως
έννοια που σηματοδοτεί την ανάπτυξη της κοινωνίας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι
μετατράπηκε σε κοινό τόπο κι έπαψε να αποτελεί στοιχείο της ταυτότητας της
Αριστεράς. Αν ανατρέξουμε στις τοποθετήσεις της Ευρωπαϊκής Αριστεράς που
εκπροσωπεί τα πρώην κομμουνιστικά κόμματα και εκείνα που έχουν μεταλλαχτεί, θα
διαπιστωθεί ότι προσδίδουν στην έννοια της προόδου μονοδιάστατη ερμηνεία. Όμως,
η πρόοδος στις μέρες μας έχει λάβει εντελώς διαφορετική ταυτότητα από αυτή, την
οποία της έδινε η ορθόδοξη Αριστερά ή που της δίνει μια μερίδα των κομμάτων της
Αριστεράς. Για πρόοδο μιλούν όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί ανεξάρτητα από την
πολιτική τους ιδεολογία και γενικά η κοινωνία νοηματοδοτεί το αποτέλεσμα των
τεχνολογικών επιτεύξεων ως επιτυχίες της ανθρωπότητας και όχι των ιδεολογιών. Στις
επιστημονικές επιτεύξεις και στην οικονομική πρόοδο των κρατών, δεν μπορεί να
αποδίδεται ιδεολογική ταυτότητα ή κομματικό χρώμα.
2. Ο εκδημοκρατισμός των διαδικασιών στη λήψη αποφάσεων με
την αποκέντρωση και τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των τοπικών οργάνων εξουσίας,
αποτελεί ένα από τους κύριους στόχους της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η
οποία έχει θεσμοθετήσει αυτή την πολιτική. Σε συνθήκες κυριαρχίας του
καπιταλισμού και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, που εμφανίστηκαν τις τελευταίες
δεκαετίες, δεν οδηγούν στη διεύρυνση της δημοκρατίας ή σε μια ευρεία συμμετοχή
του λαού στη λήψη αποφάσεων τοπικού ή κεντρικού χαρακτήρα. Οι σφαίρες
ελευθερίας σε συνθήκες μεταστροφής των κεντρικών κυβερνήσεων προς όλο και
λιγότερη διαφάνεια, ενισχύουν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και αφήνουν ελεύθερο
πεδίο δράσης σε εξτρεμιστικές οργανώσεις της Δεξιάς αλλά και της Αριστεράς. Ο
Γκριλικός λαϊκισμός (από το όνομα του ιδρυτή του ιταλικού κόμματος «Πέντε Αστέρων» Μπέμπε Γκρίλο) συμπαρασύρει
πολλές φορές και την Αριστερά επειδή η ίδια δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει
τέτοια φαινόμενα και φοβάται ότι θα χάσει τους πελατειακούς της ψήφους. Η
Αριστερά, έχοντας τη μαρξιστική και λενινιστική κληρονομιά το συγκεντρωτικό
κράτος, δεν έχει εξετάσει σε βάθος αυτό το ζήτημα, αφού δεν είναι σε θέση να το
ανανοηματοδοτήσει και παραπαίει μεταξύ του κράτους-Λεβιάθαν και των αποκεντρωμένων
εξουσιών. Η κομμουνιστική Αριστερά μπορεί να φωνασκεί ενάντια στο καπιταλιστικό
συγκεντρωτικό κράτος, αλλά από την άλλη, οι δικές της προτάσεις περιγράφουν
χειρότερη μορφή συγκεντρωτισμού. Οι εμπειρίες της κοινωνίας που αποκτήθηκαν από
την πενταετή διακυβέρνηση ΑΚΕΛ επαληθεύουν αυτές τις σκέψεις, επειδή η
κυβέρνηση Δ. Χριστόφια δεν έθεσε στο κάδρο των συζητήσεων τα ζητήματα της
αυτοδιοίκησης και τις διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων των τοπικών οργάνων και άλλες
μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας. Όσο βρισκόταν στην εξουσία χρησιμοποίησε το
συγκεντρωτικό κράτος για να ενισχύσει την εκλογική της επιρροή και δεν έθεσε
ζητήματα αναθεώρησης αρμοδιοτήτων και μετασχηματισμού θεσμικών οργάνων.
Φεύγοντας από την εξουσία, παρέδωσε ένα κράτος «άσπιλο» και «αμόλυντο» από τις
ιδέες της Αριστεράς.
3. Η κυπριακή Αριστερά υπερασπίστηκε τους Δημόσιους
οργανισμούς και την προνομιακή θέση των
υπαλλήλων τους, ενώ αρνήθηκε να επεξεργαστεί μια πιο ορθολογιστική πολιτική για
τις συντάξεις και τα επιδόματα. Ενώ η Δεξιά, όπως και κάποια άλλα κόμματα της
αντιπολίτευσης πρόβαλλαν τα συνταξιοδοτικά προνόμια που απολάμβαναν κάποιες
ομάδες πρώην πολιτικών, υπαλλήλων του δημοσίου και των ημικρατικών οργανισμών και
απαιτούσαν μια πιο ορθολογιστική πολιτική, ο κομμουνιστής Πρόεδρος δήλωνε «συνδικαλιστής»
και αρνιόταν να επανεξετάσει εκ βάθρων την συνταξιοδοτική πολιτική του κράτους.
Η κυπριακή Αριστερά υποφέρει από βαριά μορφή δυσανεξίας.
4. Τα επιδόματα που παραχωρούνται από το κράτος σε
συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού είναι αναγκαίο να επανεξεταστούν και να
τεθούν πάνω σε πιο ορθολογιστικές βάσεις. Η ΑΚΕΛική διακυβέρνηση θεώρησε ότι η
παραχώρηση επιδομάτων σε ένα ευρύ φάσμα πολιτών, διευρύνει το κράτος πρόνοιας. Αντίθετα,
η πολιτική που εφαρμόστηκε από την Αριστερή κυβέρνηση χαρακτηρίζεται ως
πολιτική «ελεημοσύνης» και δεικτική της πελατειακής σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και
τους πολίτες. Η ίδρυση του ταμείου για παροχή βοήθειας προς αναξιοπαθούντες
πολίτες –ταμείο που ιδρύθηκε από τον Πρόεδρο και βρισκόταν κάτω από τον
αποκλειστικό του έλεγχο, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά μια πελατειακή σχέση
κόμματος-πολίτη με διαμετακομιστή το κράτος, αφού αυτό τέθηκε στην υπηρεσία του
κόμματος που ψηφοθηρούσε.
5. Η Αριστερά έχει εντάξει στο κράτος πρόνοιας τους
οργανισμούς Δημοσίου δικαίου που είναι δημιούργημα του καπιταλιστικού κράτους μετά
το β’ παγκόσμιο πόλεμο, α) σε μια προσπάθεια να παρέχει αγαθά, τα οποία δεν
μπορούσε να δημιουργήσει το κεφάλαιο, β) για να μειώσει την επιρροή των
κομμουνιστικών κομμάτων στα κράτη της δυτικής Ευρώπης, και, γ) καταρτίζοντας το
περιεχόμενο ενός νέου κοινωνικού
συμβολαίου ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες.
Τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας τους οι οργανισμοί
Δημοσίου Δικαίου είχαν προσφέρει σοβαρές υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο, στην
πορεία όμως, μετατράπηκαν σε σημαντικό στοιχείο του κομματικού πελατειακού
κράτους. Τα κόμματα που διαδέχονταν το ένα το άλλο στην εξουσία διεύρυναν τον
χάρτη των διαπλοκών και δημιούργησαν ένα σύστημα υδροκέφαλων οργανισμών, οι
οποίοι τελικά κατέληξαν να απομυζούν την κοινωνία εξαιτίας του μονοπωλιακού
καθεστώτος που απολάμβαναν. Η διευθυντική ηγεσία και οι εργαζόμενοι σ’ αυτούς
τους οργανισμούς φορτώθηκαν με προνόμια, μεγεθύνοντας τη διαφορά των απολαβών
τους σε σχέση με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Η πολιτική της
Αριστεράς σ’ αυτό τον τομέα είναι απαραίτητο να επανεξεταστεί χωρίς παρωπίδες
και ιδεολογικές αγκυλώσεις για να ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες.
Συμπερασματικά θα έλεγα τα ακόλουθα:
1.
Η ταυτότητα της Αριστεράς
δεν ορίζεται «μια και έξω», ούτε και ενσαρκώνεται σε σταθερά «υποκείμενα». Κάθε
εποχή δίνει τα δικά της στοιχεία που οικοδομούν και νοηματοδοτούν το
περιεχόμενο της.
2.
Η Αριστερά, ιδιαίτερα η
Κυπριακή, έχει μπλοκαριστεί και κάθε φορά που καλείται να δώσει προτάσεις για
ξεπέρασμα των κρίσεων, παθαίνει «φαρυγγήτιδα», προτρέχοντας στις Κεϋνσανικές
φόρμουλες επίλυσης τους (ο Κέυνς, δεν ήταν Αριστερός, ο ίδιος απέρριπτε το Μάρξ
και τη θεωρία του και γενικά οι θεωρίες που ανέπτυξε από τα μέσα της δεκαετίας
του ‘30 βοήθησαν τον καπιταλισμό να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και να
δημιουργήσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια του, διατηρώντας
τις ταξικές αντιθέσεις σε κατάσταση ειρήνης).
3.
Αν η σύγχρονη Αριστερά
αναγνωρίσει ότι ο μαρξισμός είναι ένα παράξενο μίγμα βαθιάς διόρασης και ένα άκαμπτο
δόγμα. Αν την απορρίψει ως κοσμοθεωρία, αν καταδικάσει τις λενινιστικές και
σταλινικές εκφάνσεις της (το πιο πιθανό ο Μαρξ θα απέρριπτε τις λενινιστικές
και σταλινικές πρακτικές), τότε θα είναι σε θέση να συνεχίσει να συμμετέχει στο
πολιτικό γίγνεσθαι, χωρίς τις μεταφυσικές και χωρίς να υποκύψει στις εφησυχαστικές
λογικές του συντηρητισμού και στην ευθεία γραμμή της ιστορίας, μέσα από νόμους
και νομοτέλειες.
4.
Η πολιτική έχει απαξιωθεί
στη συνείδηση των πολιτών και η Αριστερά είναι υποχρεωμένη να επαναφέρει το
ήθος, την αλληλεγγύη και την υπευθυνότητα στην πολιτική, στοιχεία δυσεύρετα στη
σημερινή κοινωνία μας. Δυστυχώς και η ίδια φλερτάρει, έχει συρθεί στο λαϊκισμό
και στη διαπλοκή.
Γι’ αυτό επιβάλλεται η Αριστερά να απαλλαγεί από την
καταγγελτική πολιτική*, να ασχοληθεί με τον εαυτό της και να επαναπροσδιορίσει
το εννοιολογικό της περιεχόμενο και το πως τοποθετεί τον εαυτό της στην
κοινωνία.
*Για το θέμα αυτό συστήνω το άρθρο του Ανδρέα Χαχολιάδη
που δημοσιεύθηκε στον ΠΟΛΙΤΗ ημ. 2/6/2013.
Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ 9/6/2013