
τουρκικών, αγγλικών, ιταλικών και άλλων, που χρησιμοποιούνται στην κυπριακή διάλεκτο δηλώνει: «… τώρα είναι δικές μας. Τις κάναμε δικές μας. Ούτε η Αγία Σοφιά, ούτε το Μπέλλαπαϊς είναι «κυπριακά». Μα αφού τα βλέπουμε στην τηλεόραση και λέμε «δεν ξεχνώ». Είναι μνημεία τα οποία βρίσκονται στον τόπο μας, χτίστηκαν υπό συνθήκες κατοχής, τα έχτισαν οι Φράγκοι και έχουν την ιστορία τους αλλά σήμερα είναι δικά μας. Είναι αναπόσπαστα τμήματα του πολιτισμού μας. Το ίδιο και οι ξένες λέξεις που μπήκαν στη γλώσσα μας, είναι κατάδικές μας» (1). Είναι πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η άποψη του Κ. Γιαγκουλλή, η οποία δημιουργεί συνειρμούς που χρίζουν σχολιασμού και ανάλυσης. Είναι «δικά» ποιας κοινότητας; Το «Δεν ξεχνώ» και μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο για να δεσμεύει και τις νεότερες γενεές, αναφέρεται μόνο στους ελληνοκύπριους. Ανήκουν μόνο σ’ αυτούς ή σ’ όλους τους Κυπρίους πολίτες;
Πριν από λίγο καιρό ο αρχαιολόγος T. Bagistan εξέδωσε ένα ογκώδες έργο (2) που αναφέρεται στα μουσουλμανικά τεμένη της Κύπρου. Χτίστηκαν στη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά τώρα είναι δικά μας, μέρος του πολιτισμού μας. Αλλά και οι Βρετανοί αποικιστές έχουν αφήσει, φεύγοντας κάποιο κομμάτι του πολιτισμού τους στην Κύπρο. Δεν ανήκουν, όμως, μόνο στην μια κοινότητα αλλά στο σύνολο της κυπριακής κοινωνίας. Πολιτισμός σ’ αυτή τη χώρα δημιουργήθηκε και δημιουργείται από όλους τους κατοίκους του νησιού, ανεξάρτητα σε πια φυλετική ομάδα ανήκουν. Δυστυχώς γι’ αυτά που άφησε πίσω της η οθωμανική αυτοκρατορία, στην ελληνοκυπριακή κοινωνία δεν γράφουν «δεν ξεχνώ» άρα δεν είναι δικά της, ή τουλάχιστον έτσι έμαθαν τους πολίτες να διαχωρίζουν τα «δικά» από τα «ξένα». Αν μεταφερθούμε μερικές χιλιάδες χρόνια πριν, καυχόμαστε για την καταγωγή του Ζήνωνα του Κιτιέα, λένε ότι είναι «δικός μας», ανεξάρτητα ότι η επίσημη ιστορία «ξεχνά» να αναφέρεται στην εβραϊκή φυλετική του καταγωγή. Αλλά και η Αφροδίτη(3), η θεά της Κύπρου που κοσμεί μέχρι σήμερα τις τουριστικές διαφημίσεις της Κύπρου δεν είναι ολότελα δική μας, αλλά έγινε δική μας και από εδώ ταξίδεψε στην Ελλάδα, για να αναχθεί σε Θεά του Ολύμπου. Η θεά Αφροδίτη ανήκει μόνο στους ελληνοκύπριους ή σε όλους τους Κυπρίους; Ποια μπορεί να είναι η απάντηση; Και μήπως η εκκλησία την αποδέχεται ως «δική» της;
Κάποιοι αναφέρονται συνεχώς για την ιστορία αυτής της χώρας και στις τρεις χιλιάδες χρόνια πολιτισμού της. Η ιστορία όμως της Κύπρου δεν ξεκινά πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια. Αν είναι έτσι, τότε δεν υπάρχει Χοιροκοιτία, Τέντα (Μαρί) και πολλοί άλλοι χώροι τους οποίους η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως πολιτισμό πριν από τον εποικισμό του νησιού από τους Αχαιούς. Δεν είναι οριστικά δεδομένη η χρονολογία εμφάνισης του ανθρώπου στην Κύπρο. Προς το παρόν υπολογίζεται πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια. Όλα τούτα είναι δικά μας, άρα η ιστορία της πατρίδας μας αρχίζει πριν δέκα χιλιάδες χρόνια και όχι πριν από τρεις χιλιάδες. Αυτό που λένε οι ελληνοκύπριοι πολιτικοί για τρεις χιλιάδες ιστορίας είναι ψέμα. Διαγράφουν επτά χιλιάδες χρόνια κυπριακού πολιτισμού που είναι δικός μας, επειδή θέλουν να «ελληνοποιήσουν» την ιστορία, υπογραμμίζοντας τη χρονική περίοδο άφιξης των Αχαιών στην Κύπρο. Η εκκλησία προσθέτει και το χριστιανισμό και το μείγμα δένει με την ελληνοχριστιανική παράδοση, συγκροτώντας ένα εκρηκτικό εθνικιστικό ιδεολόγημα.
Από την άλλη πλευρά των συρματοπλεγμάτων, για χρόνια οι νέοι γνώριζαν από τα σχολικά τους βιβλία, ότι η ιστορία της Κύπρου ξεκινούσε από την άφιξη των Φράγκων στην Κύπρο, δίνοντας βέβαια ιδιαίτερη σημασία στην κατάκτησή της από την Οθωμανική αυτοκρατορία και στη διοίκηση της για πέντε σχεδόν αιώνες. Πιο πριν, για τους ιστορικούς που έγραψαν τα βιβλία των συμπατριωτών μας, η Κύπρος θα πρέπει να ήταν έρημος, δεν την κατοικούσαν άνθρωποι. Κι’ αυτό είναι ένα καθαρό ψέμα, μια στρεβλή εμφάνιση της πραγματικότητας, προσπαθώντας να υπαγορεύσουν στη νέα γενιά, ότι ο πολιτισμός και η ιστορία σ’ αυτό το χώρο, άρχεται με την εμφάνιση των Οθωμανών. Σε απλή μετάφραση, «τουρκοποιούν» την ιστορία της Κύπρου, για να ενδυναμώσουν τις εθνικιστικές παρορμήσεις, απορρίπτοντας τις τοποθετήσεις της άλλης πολιτιστικής και φυλετικής ομάδας. Είναι πασιφανές, ότι οι λόγοι είναι καθαρά πολιτικοί και με αυτή τη σκοπιμότητα δημιουργήθηκαν οι ανάλογοι μύθοι στην τουρκοκυπριακή κοινωνία.
Η ιστορία της χώρας μας μικραίνει ή μεγαλώνει, ανάλογα με την υποκειμενική αντίληψη και τα πολικά συμφέροντα των ηγετών της και των ιστορικών που τους υπηρετούν. Γι’ αυτό και αντιδρούν στην ιδέα και την πολιτική του εκσυγχρονισμού των βιβλίων της ιστορίας, στην ανακατασκευή της ίδιας της ιστορίας, αφαιρώντας τους μύθους που κυριαρχούν σ’ αυτήν. Εναρμόνιση της ιστορίας με τον εαυτό της, σημαίνει κριτική της ανιστορικότητας από την ίδια την ιστορία. Αλλά αυτό είναι μια πνευματική δύναμη, η οποία διαχρονικά θα μετατραπεί σε εκρηκτική ύλη, που είναι αδύνατο να διαχειριστούν οι κυρίαρχοι κύκλοι, επειδή δεν επιθυμούν να καταγραφεί η πραγματική, εφόσον πάρα πολλοί μύθοι που ανάχθηκαν σε επίσημη ιστορία θα καταρρεύσουν και μαζί τους πολιτικές που θεωρούνται τσιμεντωμένα αληθινές. Και η μια και η άλλη κοινότητα, παρόλο που είναι μικρές αριθμητικά, συνεπακόλουθα και ο εθνικισμός τους, ο οποίος περιορίζεται στα σύνορα του νησιού, προβάλλουν μαξιμαλιστικές απαιτήσεις στην προσπάθειά τους να κυριαρχήσει η μια πάνω στην άλλη. Στον εικοστό αιώνα έδρασαν διχαστικά, αντί να κινηθούν ενοποιητικά και να προσπαθήσουν να αναπτύξουν πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά τη χώρα. Τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της πολιτικής των αποκλεισμών της άλλης ομάδας, τα βιώνουμε μέχρι σήμερα, είναι καταστρεπτικά και για τις δυο κοινότητες.
Κυριάκος Τζιαμπάζης
Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ
--------------------------
(1) Εφημ. ΠΟΛΙΤΗΣ ημ. 23/1/2011.
(2) Τουντζέρ Μπαγκιστάν: Τα μουσουλμανικά τεμένη στην Κύπρο. (Στην τουρκική και αγγλική γλώσσα). 2010.
(3) Jacqueline Καραγιώργη: Κύπρις, η Αφροδίτη της Κύπρου. Έκδοση ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη, Λευκωσία 2007.