21 Μαρ 2014

ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΖΙΑΜΠΑΖΗΣ

  
ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ
ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ



  Περιεχόμενα
I.  Η ομοσπονδία ως μορφή κράτους.
II. Πως δομούνται οι ομοσπονδίες.
III. Συμβασιακή ή μη συμβασιακή θα είναι η ομοσπονδία στην Κύπρο;
IV. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ομοσπονδίας.
V.  Η κατανομή των εξουσιών στην ομοσπονδία.
VI. Το κατάλοιπο εξουσίας.
VII. Η κυριαρχία στα ομοσπονδιακά κράτη.
VIII. Το δικαίωμα απόσχισης στα ομοσπονδιακά κράτη.

   
Εισαγωγή
Στο κέντρο των συζητήσεων των εκπροσώπων των δυο κοινοτήτων βρίσκεται η εγκαθίδρυση ομοσπονδιακού κράτους. Η πορεία των συνομιλιών δεν είναι εύκολη υπόθεση, οι ηγέτες των δυο κοινοτήτων ξεκινούσαν από διαφορετικές αφετηρίες και ακολουθούσαν διαφορετικούς διαδρόμους. Γι’ αυτό και ουδέποτε συναντήθηκαν παρόλο που κάθονται στο ίδιο τραπέζι εδώ και δεκαετίες. Κάποιος μπορεί να πει ότι ήταν ένας διάλογος κωφών, επειδή η κάθε πλευρά έλεγε τις δικές της θέσεις, δεν άκουε τι έλεγε η άλλη πλευρά, δεν προσέγγιζε τις ανησυχίες της με πρόθεση να τις εξετάσει με αποτέλεσμα να μην πλησιάζουν  ποτέ η μια την άλλη. Πάντοτε, μετά από κάθε κύκλο συνομιλιών κατέληγαν στην αφετηρία απ’ όπου ξεκίνησαν.  
Μετά την εκλογή του Νίκου Αναστασιάδη στο θώκο της εξουσίας μετά από αρκετές συζητήσεις μέχρι να αποκρυσταλλωθούν ορισμένα ζητήματα, με την Κοινή Ανακοινωθέν  γίνεται προσπάθεια να ξεκινήσει ακόμα ένας γύρος συνομιλιών. Όλοι δηλώνουν ότι αυτός ο γύρος θα είναι ο τελευταίος, γι’ αυτό και υποστηρίζουν ότι θα πρέπει οι συνομιλίες να καταλήξουν σε υπογραφή συμφωνίας. Όμως, κανένας δεν είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα. Οι ηγέτες συγκεκριμένων κομμάτων που διαφωνούν με το Κοινόν Ανακοινωθέν θεωρούν ότι η άλλη πλευρά έχει ήδη κερδίσει ζητήματα που της επιτρέπουν να απευθυνθούν στη διεθνή κοινότητα και να ζητήσουν αναγνώριση τους κράτους τους. Προσπαθούν να αποδείξουν ότι ο κ. Ν. Αναστασιάδης έχει δεχθεί απαράδεκτες θέσεις της άλλης πλευράς (ουσιαστικά την προσδιορίζουν ως εχθρό) εφόσον το Κοινό Ανακοινωθέν δεν χρησιμοποιεί το δικό τους λεξιλόγιο και ορολογία. Ενώ ονοματολογικά αναφέρονται στην αποδοχή της ομοσπονδίας, το περιεχόμενο που της αποδίδουν, παραπέμπει στην εγκαθίδρυση ενιαίου κράτους, παρά ομοσπονδιακού.
Η Ομοσπονδία ως μορφή κράτους, είναι η μόνη συμβατή λύση που η εφαρμογή της θα δημιουργήσει τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για ευημερία όλου του κυπριακού λαού. Οι δυο κοινότητες έχουν άμεσο συμφέρον να ρυθμίσουν το συντομότερο δυνατόν το πρόβλημα που τους ταλανίζει για μισό αιώνα και να παράξουν μια ορισμένη δομή σκέψης, η οποία θα διαμορφώσει την κοινωνία, δεν θα την αφήσει έρμαιο στους εκφραστές του εθνικιστικού λόγου και στην κυριαρχία εθνικιστικών παρορμήσεων. Πόσο όμως είναι έτοιμοι οι ίδιοι οι πολιτικοί να προχωρήσουν προς αυτοί την κατεύθυνση; Η εκτελεστική εξουσία δείχνει να είναι αποφασισμένοι να προχωρήσει στηριζόμενη στο ΔΗΣΥ και στην υποστήριξη της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, όπως και μιας πλειάδας κοινωνικών οργανώσεων.
Πρέπει λοιπόν να μιλήσουν με το λαό, να του αποκαλύψουν όλη την αλήθεια, να τον πείσουν ότι η ομοσπονδία είναι η δομή κράτους που είναι σε θέση να υπερβεί το διαχωρισμό, ότι αποτελεί τη μόνη ρύθμιση που μπορεί να οδηγήσει την Κύπρο έξω από τα οικονομικά προβλήματα που σήμερα αντιμετωπίζει και επιτείνει ο διαχωρισμός. Η ομοσπονδία είναι η μόνη ρύθμιση που είναι σε θέση να διασώσει τη συλλογική μνήμη του παρελθόντος και να τη διασυνδέσει με το μέλλον και να επανενώσει την κυπριακή κοινωνία. Η κυπριακή κοινωνία για να μπορέσει να λειτουργήσει ως ενιαίο σύνολο και να δημιουργήσει πολιτισμό θα πρέπει να αντιληφθεί ότι, χρειάζεται να αναθεωρηθούν πολλές από τις δοξασίες και τις εχθρότητες για να επιβιώσει οιαδήποτε μορφή κράτους. Από την άλλη, αν οι πολιτικές ηγεσίες παραμένουν στο επίπεδο λόγου και πράξεων όπως είναι σήμερα, αν a priori η εμπιστοσύνη αντικαθιστάται από την καχυποψία, τότε μοιραία η επίλυση του προβλήματος φαντάζει αδύνατη. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία στο σύντομο μέλλον για επανένωση του κράτους και της κοινωνίας, με αποτέλεσμα να λειτουργούν δυο μίζερα «κράτη» που δεν θα μπορούν να επιβιώσουν, ούτε θα είναι σε θέση να εκμεταλλευθούν το φυσικό πλούτο που τους χάρισε η φύση.  
Αυτή η περιεκτική και σύντομη μελέτη θα περιγράψει τί σημαίνει ομοσπονδία αλλά και τα προβλήματα που σήμερα βρίσκονται στο τραπέζι των διακοινοτικών συνομιλιών, τα οποία αναμένουν να βρεθεί η χρυσή τομή για την επίλυση τους. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στην πολιτική αρένα όλα τα προβλήματα βρίσκουν τη λύση τους, -δεν υπάρχουν άλυτα προβλήματα- όταν υπάρχει η προς τούτο αναγκαία πολιτική βούληση. Αν η βούληση απουσιάζει από τις σκέψεις και τις δράσεις των πολιτικών ηγεσιών των κοινοτήτων δεν υπάρχει περίπτωση επίλυσης οιουδήποτε πολιτικού προβλήματος. Veritas nimium arcando amittitur  «η αλήθεια χάνεται σαν αποτέλεσμα των πολλών διαφωνιών», έλεγαν οι Ρωμαίοι και είναι γεγονός ότι, το κυπριακό πρόβλημα υποφέρει από τις διαφωνίες πάνω σε πολλές δευτερεύουσες και άνευ σημασίας λεπτομέρειες που οι συνομιλητές ανάγουν σε αξίωμα. Η επίλυση προβλημάτων προϋποθέτει συγκεκριμένο πολιτικό πολιτισμό, όπου οι συζητούντες πρέπει να ακούν ο ένας τον άλλο, να σκέφτονται και να ενεργούν με τέτοιο τρόπο που οι ενέργειες και ο πολιτικός τους λόγος να βοηθούν προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης λύσεων για οιονδήποτε πρόβλημα αναφύεται στην πορεία των συνομιλιών, να αποφεύγουν τα απόλυτα «όχι» ή τα απόλυτα «δεν» που εδραιώνουν αρνητικά στερεότυπα και εμποδίζουν οιεσδήποτε ενέργειες πολιτικής ευελιξίας, με αποτέλεσμα να επικεντρώνονται στο δέντρο και να χάνουν το δάσος.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τη μελέτη αυτή άρχισα να τη γράφω από τα μέσα Νοεμβρίου και την ολοκλήρωσα αρχές του Γεννάρη 2014 πριν από την υπογραφή του Κοινού Ανακοινωθέντος  από τους ηγέτες των δυο κοινοτήτων. Τροποποίησα σε κάποιο βαθμό το περιεχόμενο της μελέτης, αλλά ο βασικός κορμός παρέμεινε ο ίδιος επειδή αφορά τα ζητήματα ομοσπονδίας γενικά. Πιστεύω ότι θα βοηθήσει τους αναγνώστες του ΠΟΛΙΤΗ να κατανοήσουν καλύτερα ορισμένα ζητήματα που συζητούνται σήμερα και που πολλές φορές οι εχθροί της ομοσπονδιακής διάρθρωσης του κυπριακού κράτους διαστρεβλώνουν ιστορικά και επιστημονικά δεδομένα.

I. Η ομοσπονδία ως μορφή κράτους
Τα κράτη δομούνται σε δυο μορφές: ενιαίο και ομοσπονδιακό. Το ενιαίο κράτος διαθέτει κεντρικές δομές στις οποίες υποτάσσονται όλες οι άλλες, περιφερειακές και τοπικές. Η Νομοθετική εξουσία προέρχεται από εκλογές την οποία επιλέγουν οι πολίτες της χώρας με βάση ενιαίο ψηφοδέλτιο. Η χώρα διαιρείται σε περιφέρειες που διοικούνται από εκλεγμένους ή μη διοικητικούς λειτουργούς και είναι υπόλογοι στην κεντρική εξουσία. Η Κυπριακή Δημοκρατία στη σημερινή της μορφή, προσδιορίζεται ως ενιαίο κράτος. Η Ελληνική Πολιτεία επίσης είναι ενιαίο κράτος όπως και η Τουρκική Δημοκρατία.
Το ομοσπονδιακό κράτος αποτελείται από διάφορα κράτη ή όπως άλλως πως αποκαλούνται. Ομόσπονδα κράτη ή Πολιτείες ή Γαίες είναι τα κράτη που αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της ομοσπονδίας γι’ αυτό και αποκαλούνται «υποκείμενα της ομοσπονδίας». Τα ομόσπονδα κράτη διαθέτουν τα δικά τους όργανα εξουσίας, όπως και το ομοσπονδιακό κράτος. Το ομοσπονδιακό κράτος έχει εκείνες τις εξουσίες και αρμοδιότητες που προνοούνται στο σύνταγμα της ομοσπονδίας. Τα ομοσπονδιακά όργανα δύνανται να τροποποιούν το σύνταγμα, σύμφωνα πάντοτε με τις διαδικασίες που καθορίζει το ομοσπονδιακό σύνταγμα. Τα ομοσπονδιακά όργανα δεν μπορούν να τροποποιούν τα συντάγματα των υποκειμένων της ομοσπονδίας, εκτός και αν προνοείται από το ομοσπονδιακό σύνταγμα. Σε ορισμένα κράτη της Λατινικής Αμερικής, η τροποποίηση του ομοσπονδιακού συντάγματος που αναφέρεται στις εξουσίες των ομόσπονδων Επαρχιών (αυτή είναι η ονομασία τους), μπορεί να γίνει και χωρίς τη συγκατάθεση τους.
Οι αποφάσεις των ομοσπονδιακών οργάνων είναι σύμφωνα με το ομοσπονδιακό σύνταγμα υποχρεωτικές για τις ομόσπονδες Πολιτείες και η εφαρμογή τους γίνεται με τους ακόλουθους δυο τρόπους: με την ανάθεση της εφαρμογής στα ομόσπονδα κράτη τα οποία αναλαμβάνουν την υποχρέωση της εφαρμογής των αποφάσεων των κεντρικών οργάνων χωρίς την παρεμβολή της ομοσπονδιακής εξουσίας. Σ’ αυτή την περίπτωση, η ομοσπονδία προσδιορίζεται ως οριζόντια ομοσπονδία και στην κλασσική της εφαρμογή συναντάται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Στην οριζόντια ομοσπονδία επειδή υπάρχει μια πολύ στενή σχέση συνεργασίας ανάμεσα στα ομοσπονδιακά και τα ομόσπονδα όργανα αποφεύγεται η δημιουργία επιπρόσθετων πολυδάπανων ομοσπονδιακών διοικητικών οργάνων. Όμως, αν τα ομοσπονδιακά όργανα παρεμβαίνουν με τα δικά τους θεσμικά όργανα και ελέγχουν τα ομόσπονδα κράτη αν εφαρμόζουν τις αποφάσεις τους, -που λαμβάνονται με βάση το ομοσπονδιακό σύνταγμα και εντάσσονται εντός των εξουσιών και αρμοδιοτήτων τους - τότε η ομοσπονδία αποκαλείται κάθετη ομοσπονδία. Σε τέτοια περίπτωση οι πρόνοιες του ομοσπονδιακού συντάγματος θα προβλέπουν ότι, τα όργανα των ομόσπονδων κρατών τοποθετούνται ιεραρχικά σε χαμηλότερη βαθμίδα. Ο αναγνώστης για να αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα στην οριζόντια ομοσπονδία και την κάθετη ομοσπονδία δεν έχει παρά να παρακολουθήσει μια αμερικάνικη αστυνομική ταινία και θα διαπιστώσει ότι στις ΗΠΑ για παράδειγμα, εκεί που το FBI που είναι ομοσπονδιακό όργανο, αναλαμβάνει την εξιχνίαση ενός εγκλήματος με βάση τους ομοσπονδιακούς νόμους, τότε τα όργανα του ομόσπονδου κράτους αποσύρονται ή απλώς παραμένουν για να βοηθήσουν τους εκπροσώπους της κεντρικής εξουσίας.
Σε ορισμένες ομοσπονδίες το σύνταγμα προβλέπει επίσης, λήψη κυρωτικών μέτρων (executio) κατά των ομόσπονδων Πολιτειών αν δεν εφαρμόζουν τις αποφάσεις των θεσμικών οργάνων της ομοσπονδίας που λαμβάνονται με βάση τις εξουσίες και αρμοδιότητες τους. Οι κυρώσεις μπορούν να είναι είτε οικονομικές είτε άλλης μορφής που περιλαμβάνουν και τη στρατιωτική επέμβαση για να υποχρεωθεί το κρατίδιο να εφαρμόσει τις αποφάσεις τον ομοσπονδιακών οργάνων. Για να λειτουργήσει λοιπόν η ομοσπονδία, είναι αναγκαία η συνεργασία  και η πολιτική συμβιβασμών ανάμεσα στα κεντρικά και τα τοπικά όργανα εξουσίας, η οποία αποτελεί ιδιόμορφο συνεταιρισμό προς όφελος όλων των πολιτών του ομοσπονδιακού κράτους. Αυτή η μορφή συνεργασίας σε μερικές χώρες καθιερώθηκε, όπως για παράδειγμα στην Αυστραλία, όπου στο παρελθόν πραγματοποιούνταν συναντήσεις των αρχηγών των ομόσπονδων Πολιτειών με εκπροσώπους της κεντρικής εξουσίας και συζητούσαν κεφαλαιώδη ζητήματα που αφορούσαν το μέλλον της χώρας. Λαμβάνοντας ως βάση την αναγκαιότητα συνεργασίας των κεντρικών και των τοπικών οργάνων εξουσίας, αναπτύχθηκε στη νομική επιστήμη η θεωρία του συνεταιριστικού κράτους.

II. Πώς δομούνται οι ομοσπονδίες;
Μετά απ’ όλα όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, θα πρέπει να περιγραφεί ο τρόπος εγκαθίδρυσης της ομοσπονδίας. Ο όρος «ομοσπονδία» προέρχεται από τη λατινική λέξη foedus που σημαίνει συμφωνία. Άρα θα πρέπει να εξετάζουμε την ομοσπονδία ως ένωση δυο ή και περισσοτέρων νομικών οντοτήτων κρατικού σχηματισμού που είναι αποτέλεσμα συμφωνίας διαφόρων μερών. Οι ομοσπονδίες με βάση αυτή τη θεώρηση προσδιορίζονται ως συμβασιακές, δηλαδή αυτές που γίνονται στη βάση συμφωνίας και σε μη συμβασιακές και οι οποίες εμφανίστηκαν με την παραχώρηση του δικαιώματος να δημιουργήσουν κρατικό σχηματισμό μέσα στα όρια του υπάρχοντος κράτους. Για τις συμβασιακές ομοσπονδίες υπάρχει ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα: το 1957 εγκαθιδρύθηκε η Ομοσπονδία της Μαλαισίας με την ένωση έντεκα κρατών και το 1963 αυξήθηκαν σε δεκατέσσερις με την ένταξη σ’ αυτήν ακόμη τριών κρατών (το 1965 αποχώρησε η Σιγκαπούρη και εγκαθίδρυσε το δικό της ανεξάρτητο κράτος). Η εγκαθίδρυση του ομοσπονδιακού κράτους της Μαλαισίας πραγματοποιήθηκε στη βάση συμφωνιών που υπέγραψαν τα δεκατρία μέρη και η συμφωνία τους αποτελεί συστατικό μέρος του ομοσπονδιακού συντάγματος της χώρας. Σταθήκαμε στο πιο πρόσφατο παράδειγμα, αλλά στην ιστορία υπάρχουν και άλλα, όπως εκείνο της Ελβετίας, των ΗΠΑ και της Αυστραλίας. Στις μη συμβασιακές ομοσπονδίες μπορούμε να αναφέρουμε τον Καναδά, τη Ρωσία, την Ινδία, το Πακιστάν και τη Νιγηρία και άλλες χώρες ιδιαίτερα της Λατινικής Αμερικής. Ποια είναι η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των συμβασιακών και μη συμβασιακών ομοσπονδιών; Η διαφορά έγκειται στο γεγονός, ότι οι μη συμβασιακές ομοσπονδίες διακρίνονται από το γεγονός ότι, η κεντρική εξουσία συγκεντρώνει περισσότερες εξουσίες και αρμοδιότητες και δύναται με βάση το ομοσπονδιακό σύνταγμα να διαφοροποιεί τις εξουσίες και αρμοδιότητες των συνιστώντων κρατιδίων, πολλές φορές χωρίς τη συγκατάθεση των πολιτών του συγκεκριμένου κρατικού σχηματισμού. Το σύνταγμα της Ινδίας για παράδειγμα προβλέπει τη δημιουργία νέων κρατιδίων με την απόσπαση εδαφών από άλλα κρατίδια, στη βάση απόφασης των κεντρικών θεσμικών οργάνων της χώρας (Μέρος πρώτο, άρθρο 3 του συντάγματος) ή τη διάλυση υφισταμένων, όπως και στη Ρωσική Ομοσπονδία (άρθρα 69-79 του συντάγματος).

III. Συμβασιακή ή μη συμβασιακή η ομοσπονδία στην Κύπρο;
Ο διαχωρισμός, η ομαδοποίηση και η τυποποίηση της μορφής των κρατών σε συμβασιακές και μη συμβασιακές ομοσπονδίες αποτελεί γενική ταξινόμηση και δεν αποδίδει απόλυτα την πραγματική εικόνα της ιστορικότητας των ομοσπονδιών. Η επιστημονική έννοια θεωρητικοποιεί την αντικειμενική πραγματικότητα, όμως αυτό δε σημαίνει ότι την αποδίδει απόλυτα. Υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Έτσι και η τυποποίηση των ομοσπονδιών, ως έννοιας, δεν μπορεί να αποδίδει απόλυτα την πραγματικότητα.
Η εγκαθίδρυση ομοσπονδιακού κράτους στην Κύπρο αποτελεί δύσκολη υπόθεση η τυποποίηση του αν δηλαδή, θα είναι συμβασιακό ή μη συμβασιακό. Εκ πρώτης όψεως, η εγκαθίδρυση ομοσπονδιακού κυπριακού κράτους θα πραγματοποιηθεί στη βάση συμφωνίας των δυο κοινοτήτων, δηλαδή θα είναι συμβασιακή ομοσπονδία. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, εμφανίζονται αρκετά προβλήματα επειδή δε γίνεται αποδεκτή η άποψη για συμβασιακή ομοσπονδία.
(I). Αν τυποποιήσουμε την ομοσπονδία που θα εγκαθιδρυθεί, όπως έχει συμφωνηθεί από τις αποκαλούμενες συμφωνίες «υψηλού επιπέδου», μεταξύ Μακαρίου-Ντεκτάς και Κυπριανού-Ντεκτάς, τότε θα την κατατάξουμε στις συμβασιακές ομοσπονδίες. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, συμβασιακές ομοσπονδίες εγκαθιδρύονται με τη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων κρατών, τα οποία συμφωνούν να εκχωρήσουν την κυριαρχία τους, στην ομοσπονδία, που είναι το νέο κράτος. Όμως στην Κύπρο δεν έχουμε δυο νόμιμα κράτη: έχουμε ένα νόμιμο κράτος, την Κυπριακή Δημοκρατία, διεθνώς αναγνωρισμένη, μέλος του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαχειρίζεται η Ελληνοκυπριακή κοινότητα. Όμως ταυτόχρονα, υπάρχει και ένα παράνομο κράτος το οποίο απέσπασε με τη βοήθεια τρίτου κράτους, έδαφος από το πρώτο και εγκαθίδρυσε δικά του όργανα εξουσίας το οποίο λειτουργεί εδώ και μισό αιώνα. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα διερωτάται κανείς πώς είναι δυνατόν να μετεξελιχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία σε ομοσπονδιακό κράτος. Δύσκολη η απάντηση.
Για να πραγματοποιηθεί αυτό, θα πρέπει το νόμιμο κράτος να αναγνωρίσει ως ανεξάρτητο κράτος την ΤΔΒΚ έστω και για μερικά λεπτά για να αποφασίσουν τα δυο κράτη να εγκαθιδρύσουν ένα νέο ομοσπονδιακό κράτος. Μπορεί όμως, να γίνει τέτοιο βήμα εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας; Αυτό θα σημαίνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα αρνηθεί την διεκδίκηση των κατεχομένων εδαφών της και θα αναμένει, έστω ύστερα από λίγα λεπτά, τη λήψη απόφασης από την Τουρκοκυπριακή κοινότητα για ένταξη στο κυπριακό ομοσπονδιακό κράτος για να υπάρξει ένα ενιαίο έδαφος που θα ανήκει στα όρια της εδαφικής της επικράτειας της ομοσπονδίας και κάτω από την απόλυτη κυριαρχία της. Αν όμως η απόφαση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας σ’ αυτές τις λίγες στιγμές μετεξελιχθεί σε άρνηση συμμετοχής στο ομοσπονδιακό κράτος; Είναι ένα ερώτημα και ένα δίλημμα που κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα. Γι’ αυτό και δεν είναι εφαρμόσιμη τέτοια ιδέα.
(II). Ας εξετάσουμε τώρα την περίπτωση της εγκαθίδρυσης μη συμβασιακής ομοσπονδίας. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η μη συμβασιούχες ομοσπονδίες, εγκαθιδρύονται όταν τα συνταγματικά όργανα αποφασίσουν την μετατροπή του ενιαίου κράτους σε ομοσπονδιακό. Αυτή η περίπτωση δεν είναι εφαρμόσιμη επειδή δεν μπορεί η Τουρκοκυπριακή κοινότητα να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία ως εκπρόσωπο όλων των Κυπρίων, να ενσωματωθούν σ’ αυτήν και να αναμένουν την μετατροπή της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ομοσπονδιακό κράτος. Αυτό στις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούν είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτό από την Τουρκοκυπριακή κοινότητα.  Υπάρχει ένα παρελθόν, το οποίο η Τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν μπορεί να το διαγράψει:
(i) Το κυπριακό δεν ξεκίνησε ως πρόβλημα μορφής του κυπριακού κράτους, αλλά ως πρόβλημα διάλυσης και ενσωμάτωσης του σε άλλο κράτος, ως πρόβλημα ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ή και διχοτόμησης του, όπου το ένα μέρος θα ενωνόταν με την Ελλάδα και το άλλο με την Τουρκία. Ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπίσκοπος Μακάριος παρ’ όλο που ορκίστηκε σεβασμό και εφαρμογή του συντάγματος και των προνοιών του, απαιτούσε μετά από δυο χρόνια την διάλυση του. Από την άλλη, οι ηγέτες της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με επικεφαλής τους Φαζίλ Κουτσιούκ και Ραούφ Ντεκτάς επανέφεραν το σύνθημα της διχοτόμησης και το διαμοιρασμό της Κύπρου ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα ή την εγκαθίδρυση ομοσπονδιακού κράτους ως ύστατη υποχώρηση τους. Με την κρίση του Νοέμβρη του 1967, με τα τραγικά γεγονότα της Κοφίνου, όπου κινήθηκε ολόκληρος ο ελληνοκυπριακός στρατός ενάντια σε μερικά τουρκοκυπριακά χωριά και την απειλή της Τουρκίας για επέμβαση, η οποία αποσοβήθηκε την τελευταία στιγμή με τη μεσολάβηση της αμερικανικής κυβέρνησης, διαφοροποιήθηκε η πολιτική της Ελληνοκυπριακής ηγεσίας. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος διακήρυξε μια αμφιλεγόμενη πολιτική, την πολιτική του «εφικτού» και του «ευκταίου», με άλλα λόγια άφηνε ανοικτό για το μέλλον, το ζήτημα της ένωσης.
(ii) Στα χρόνια 1964-1966 εμφανίστηκε η πρόταση για ομοσπονδία, πρώτα από την Τουρκία και έπειτα από τη Σοβιετική Ένωση. Η πρώτη περιελάμβανε την μετακίνηση πληθυσμών, ενώ η δεύτερη παρέπεμπε σε διοικητική ομοσπονδία, εφόσον δεν υποστήριζε μετακίνηση του πληθυσμού και τη δημιουργία περιοχής με καθαρό εθνικό πληθυσμό. Η Ελληνοκυπριακή ηγεσία απέρριπτε με «βδελυγμία» κάθε πρόταση για ομοσπονδιακή δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας, την ταύτιζαν με τη διχοτόμηση, επειδή σε περίπτωση ένωσης, οι τουρκοκύπριοι θα απέρριπταν την ένωση και θα ανακοίνωναν την ενσωμάτωση τους στην Τουρκία. Ακόμα και όταν ο Γλαύκος Κληρίδης κατέληξε σε συμφωνία με τον Ρ. Ντεκτάς για αυτονομία των Τουρκοκυπρίων και όχι ομοσπονδία, ο Μακάριος αρνήθηκε να την υπογράψει και να επιλυθεί το πρόβλημα. Τα γεγονότα του Ιούλη του 1974 παρέσυραν όλες τις ψευδαισθήσεις της Ελληνοκυπριακής ηγεσίας και έθεσαν το κυπριακό πάνω σε μια νέα βάση, εφόσον ο τουρκοκυπριακός και ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός χωρίστηκαν με τη βία των όπλων σε αμιγείς για την κάθε μια κοινότητα περιοχές. Έτσι η ομοσπονδία εκών άκων αποτελεί την μοναδική μελλοντική μορφή του κυπριακού κράτους που είναι σε θέση να επιλύσει το πρόβλημα και να επανενώσει την κοινωνία πάνω σε άλλες νομικές ρυθμίσεις.
iii) Το ομοσπονδιακό κράτος που συμφωνήθηκε για να εγκαθιδρυθεί δεν μπορεί να είναι μη συμβασιακό, επειδή η Ελληνοκυπριακή κοινότητα ποτέ δεν θέλησε να μετεξελιχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία σε ομοσπονδιακό κράτος. Όταν μετά τα τραγικά γεγονότα του Ιούλη του 1974 κατέρρευσε οριστικά και αμετάκλητα η πολιτική της ένωσης και η κεντρική εξουσία που διαχειριζόταν η Ελληνοκυπριακή κοινότητα αποδέχτηκε την ομοσπονδιακή δομή ως μορφή κράτους ως εφικτό συμβιβασμό που θα έλυνε το κυπριακό, παρ’ όλο που θα επιθυμούσαν ένα ενιαίο και όχι ομοσπονδιακό κράτος. Από την άλλη, η Τουρκοκυπριακή κοινότητα και οι ηγέτες της, στα αυτιά των οποίων ηχεί ακόμη η πολιτική Μακαρίου περί «εφικτού « και «ευκταίου», προχώρησαν πιο πέρα και απαιτούν να χαρακτηριστεί η ομοσπονδιακή μορφή του κυπριακού κράτους ως συμβασιακή, δηλαδή ότι εγκαθιδρύεται με την απόφαση δυο κρατών και όχι με τη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας – μη συμβασιακή. Δεν είναι εύκολο γι’ αυτούς να αποφασίσουν τη διάλυση του δικού τους κράτους –έστω και μη αναγνωρισμένο διεθνώς- και να ενταχθούν στην Ελληνοκυπριακή Κυπριακή Δημοκρατία, από την οποία αποσχίστηκαν με τα γεγονότα του 1963.
(III). Το πρόβλημα παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα με αδυναμία των ηγετών των δυο κοινοτήτων να καταλήξουν σε συμφωνία. Βέβαια το σχέδιο Ανάν έδινε την απάντηση σε πάρα πολλά προβλήματα και έδινε διέξοδο στο πρόβλημα της διαδοχής του κράτους με τη μορφή των ταυτόχρονων δημοψηφισμάτων και στις δυο κοινότητες, τα οποία να έχουν θετικό πρόσημο και θα εγκαθιδρυόταν ταυτόχρονα με το αποτέλεσμα η ομοσπονδιακή μορφή χωρίς να προσδιορίζεται ο χαρακτήρας της ομοσπονδίας και πως αυτή εγκαθιδρύθηκε. Είναι άγνωστο σε ποιον ανήκε αυτή η ιδέα του τρόπου μετάβασης από μια κατάσταση στην άλλη. Βέβαια αυτό τον τρόπο μετάβασης τον χαρακτήρισε με δηλώσεις του ο Μεχμέτ Αλή Ταλάτ ως «παρθενογένεση», με αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί θύελλα αντιδράσεων από τα ελληνοκυπριακά κόμματα. Δεν γνωρίζω αν ο όρος αυτός είναι δόκιμος, αλλά εν πάση περιπτώσει οδηγεί σε διέξοδο και επιλύει τη μετάβαση του κυπριακού κράτους σε μια άλλη μορφή χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα παρ’ όλο που από επιστημονικής άποψης το θέμα παραμένει ανοικτό μέχρι τον οριστικό προσδιορισμό του. Από τη στιγμή όμως, που τόσο ο ΟΗΕ όσο και η ΕυρωπαΪκή Ένωση θεωρούν ως μετεξέλιξη της μορφής του κυπριακού κράτους σε ομοσπονδιακό, αφού το κράτος συνεχίζει να αναγνωρίζεται ως και προηγούμενα και δεν απαιτούνται νέες αιτήσεις μέλους, τότε οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση γίνεται εκ του πονηρού και δεν βοηθά στην επίλυση του προβλήματος. Έχω αναλύσει αυτό το ζήτημα στο βιβλίο μου «Για τη μορφή του κυπριακού κράτους –μετεξέλιξη ή παρθενογένεση» και δεν προτίθεμαι να σταθώ σε λεπτομέρειες σ’ αυτό το ζήτημα. Πιστεύω όμως, ότι η μετάβαση από τη μια μορφή στην άλλη, έστω κι’ αν κάποιοι από τη μια και την άλλη πλευρά την αποκαλούν παρθενογένεση, το ουσιαστικό είναι ότι επιλύεται το πρόβλημα και επανενώνεται το κράτος και η κοινωνία. Το αποτέλεσμα αφήνεται στους νομικούς επιστήμονες να υποστηρίξουν ότι υπάρχει και άλλη μορφή μετάβασης, πέρα από τις δυο τυποποιημένες μορφές εγκαθίδρυσης ομοσπονδιακού κράτους, τις οποίες αναφέραμε πιο πάνω.

IV. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ομοσπονδίας
Οι ομοσπονδίες όπως περιγράφηκαν πιο πάνω, δεν είναι όλες οι ίδιες, όμως έχουν σε γενικές γραμμές βασικά νομικά χαρακτηριστικά που τις προσδιορίζουν ως ομοσπονδίες. Αυτά είναι τα ακόλουθα:
(i). Η ύπαρξη κρατικών σχηματισμών, οι οποίοι συγκροτούν την ομοσπονδία και θεωρούνται υποκείμενα της, όπως κρατίδια, καντόνια, γαίες, επαρχίες κλπ.
(ii). Η ύπαρξη στα υποκείμενα της ομοσπονδίας δικών τους θεσμικών οργάνων, όπως Βουλή, Εκτελεστική και Δικαστική εξουσία και δικό τους σύνταγμα. Τέτοιο δικαίωμα έχουν τα μέλη της ομοσπονδίας της Ελβετίας, Γερμανίας, Αυστραλίας, Αργεντινής, Μεξικού, Βραζιλίας και Ρωσίας.
(iii). Ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων στη σφαίρα της νομοθεσίας και διοίκησης ανάμεσα στην ομοσπονδία στο σύνολο της και των υποκειμένων της.
(iv). Καθιερώνεται η ανωτερότητα του ομοσπονδιακού συντάγματος και των ομοσπονδιακών νόμων έναντι του συντάγματος και των νόμων των υποκειμένων της ομοσπονδίας.
(v). Οι πρόνοιες του συντάγματος των υποκειμένων της ομοσπονδίας, όπως και οι νόμοι που λαμβάνονται από την τοπική Βουλή, θα πρέπει να είναι συμβατοί με τις πρόνοιες του ομοσπονδιακού συντάγματος και τους νόμους της ομοσπονδιακής Βουλής.
(vi). Το δικαίωμα της συνταγματικής εποπτείας ανήκει στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Σε μερικές ομοσπονδίες, όπως στις ΗΠΑ, Γερμανία και Ελβετία,  το ομοσπονδιακό συνταγματικό Δικαστήριο δύναται να κηρύξει άκυρη οιανδήποτε πρόνοια του συντάγματος του μέλους της ομοσπονδίας για μη συμβατικότητα προνοιών του με τις αντίστοιχες πρόνοιες του ομοσπονδιακού συντάγματος.
(vii). Η ομοσπονδία διαθέτει δυο Βουλές: Άνω Βουλή ή Κογκρέσο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Στο Κογκρέσο ή την Άνω Βουλή η αντιπροσώπευση μπορεί να βασίζεται στην αρχή της ίσης εκπροσώπησης των υποκειμένων της ομοσπονδίας. Εννέα ομοσπονδίες δομούνται στην αρχή της ίσης αντιπροσώπευσης των μελών τους, όπως η Ελβετία, ΗΠΑ, Μεξικό, Βενεζουέλα, Αργεντινή, Βραζιλία, Αυστραλία, Ρωσία και Πακιστάν. Σε εφτά άλλες ομοσπονδίες δεν εφαρμόζεται η αρχή της ισότητας στην εκπροσώπηση, αλλά αυτή εξαρτάται από τον αριθμό του πληθυσμού κάθε μέλους της ομοσπονδίας. Αυτή η αρχή εφαρμόζεται στον Καναδά, Μαλαισία, Γερμανία, Νότιο Αφρική, Ινδία και Νιγηρία.
(viii). Οι ομοσπονδίες έχουν μια ιθαγένεια, με εξαίρεση τις ΗΠΑ, την Ελβετία και τη Αυστρία. Η παραχώρηση στα μέλη της ομοσπονδίας του δικαιώματος να διαθέτουν δική τους ιθαγένεια, συνήθως, δεν δημιουργεί ιδιαίτερα νομικά επακόλουθα.
(viiii). Οι ομοσπονδίες διαθέτουν ακόμα δυο χαρακτηριστικά γνωρίσματα, είτε είναι μονοεθνικές, όπως είναι η Αυστραλία, η Αυστρία, η Γερμανία, είτε πολυεθνικές, όπως είναι η Ινδία, ο Καναδάς, η Ελβετία, η Μαλαισία και άλλες. Στις πολυεθνικές κοινωνίες, η επιλογή της ομοσπονδίας ως μορφής κράτους θεωρείται αναγκαία για την ειρηνική συμβίωση και ισότητα των εθνικών ομάδων.
  
V.  Κατανομή εξουσιών στην ομοσπονδία.
Το ζήτημα της κατανομής των εξουσιών ανάμεσα στην ομοσπονδία και τα υποκείμενα της, δηλαδή τα κρατίδια που το συνθέτουν, έχει μεγάλη σημασία, εφόσον από τις αρχές κατανομής των εξουσιών εξαρτάται το νομικό καθεστώς και ο χαρακτήρας των σχέσεων των υποκειμένων με το κέντρο. Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης παρατηρείται ότι όλο και περισσότερο αυξάνονται οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες των κεντρικών οργάνων εξουσίας και μειώνεται ο ρόλος των υποκειμένων της ομοσπονδίας. Αυτό είναι αποτέλεσμα του γεγονότος, ότι οι επενδύσεις και η μεταφορά κεφαλαίων από τη μια χώρα στην άλλη, όλο και περισσότερο ενισχύουν τις εξουσίες της κεντρικών οργάνων που είναι επιφορτισμένα να λαμβάνουν τις αποφάσεις και να διαπραγματεύονται με τα άλλα κράτη αλλά και ιδιωτικούς οργανισμούς, εφόσον διαθέτουν τις πλέον καθοριστικές αρμοδιότητες, όπως το νόμισμα, τελωνεία, εξωτερική πολιτική, την άμυνα και την διεθνή εκπροσώπηση. Οι αρμοδιότητες, δηλαδή, οι διάφορες σφαίρες δραστηριοτήτων της ομοσπονδίας που προσδιορίζονται με νομικούς κανόνες, συνήθως διαιρούνται στις ακόλουθες κατηγορίες:
i) σ’ εκείνες που βρίσκονται στην απόλυτη αρμοδιότητα της ομοσπονδίας,
ii) σ’ εκείνες που βρίσκονται στην απόλυτη αρμοδιότητα των υποκειμένων της ομοσπονδίας και κατά κανόνα, αφορούν ζητήματα περιφερειακού ή τοπικού χαρακτήρα,
iii) ταυτόσημες αρμοδιότητες της ομοσπονδίας και των υποκειμένων της, και,
iv)  το κατάλοιπο εξουσίας, αφορά ζητήματα που δεν αναφέρονται στο σύνταγμα και συνεπακόλουθα δεν συμπίπτει με τις πιο πάνω τρεις κατηγορίες που έχουν καταγραφεί. Στην Αυστρία, την Ελβετία και τη Γερμανία το κατάλοιπο εξουσίας αποκαλείται ανταγωνιστική νομοθεσία και θεωρείται παραλλαγή της ταυτόσημης αρμοδιότητας.

VI) Το κατάλοιπο εξουσίας.
Στη χώρα μας, οι εκπρόσωποι των κοινοτήτων στις διακοινοτικές συνομιλίες είχαν αναγάγει σε μέγα πρόβλημα το κατάλοιπο εξουσίας και ανάλωσαν σημαντικό χρόνο αν θα το διαχειρίζονται τα ομοσπονδιακά όργανα ή τα ομόσπονδα όργανα.  Τελικά οι ηγέτες των δυο κοινοτήτων συμφώνησαν όπως το κατάλοιπο εξουσίας ανατεθεί στη διαχείρηση των Πολιτειών. Χάθηκε έτσι πολύτιμος χρόνος στη συζήτηση ενός δευτερεύοντος ζητήματος πάνω στο οποίο υπάρχει διεθνής εμπειρία, επειδή απουσιάζει από το πολιτικό κατεστημένο η κουλτούρα συνεννόησης, ενώ είναι ανεπτυγμένο στο μέγιστο βαθμό η καχυποψία και η έλληψη εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών.
Αυτό βέβαια  δεν γίνεται τυχαία: από τη μια οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούν να ενισχύσουν το συγκεντρωτισμό των εξουσιών των κεντρικών οργάνων και να περιορίσουν εκείνες των κρατιδίων, ενώ οι Τουρκοκύπριοι επιθυμούν τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των κρατιδίων. Κι’ αυτό γίνεται επειδή οι Ελληνοκύπριοι ως η μεγαλύτερη κοινότητα θα εκπροσωπείται με μεγαλύτερο αριθμό εκπροσώπων στην κεντρική εκτελεστική εξουσία, ενώ η Τουρκοκυπριακή θα έχει λιγότερο αριθμό, άρα και λιγότερη περίοδο διαχείρισης της κεντρικής εξουσίας. Για εξισορρόπιση αυτής της κατάστασης η Τουρκοκυπριακή ηγεσία προτιμά να κατέχει το κρατίδιο περισσότερες εξουσίες που θα απορρέουν από το κατάλοιπο εξουσίας, που σημαίνει περισσότερη αποκέντρωση και ανάληψη αρμοδιοτήτων από το συνιστών κρατίδιο.
Το πρόβλημα του κατάλοιπου εξουσίας (ή της ανταγωνιστικής νομοθεσίας) ρυθμίζεται στις διάφορες χώρες ανάλογα με την ιστορική προέλευση της ομοσπονδίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα κρατίδια διαθέτουν τις πιο ευρείες αρμοδιότητες, ιδιαίτερα μετά την έγκριση της 10ης τροπολογίας, η οποία προνοεί ότι στις πολιτείες ανήκει οτιδήποτε δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τους Αμερικανούς πολιτικούς και νομικούς επιστήμονες οι εξουσίες της ομοσπονδίας αντί να περιοριστούν με την παραχώρηση του κατάλοιπου εξουσίας, αντίθετα αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο, επειδή οι πολιτείες αρνούνται να αναλάβουν αρμοδιότητες που ανήκουν στο κέντρο. Η ερμηνεία που δίνεται, είναι ότι οι ανάγκες της εναρμόνισης, της ισονομίας και της ομοιογένειας αποδείχτηκαν ισχυρότερες από τις επιθυμίες των πολιτειών για αυτονομία, με αποτέλεσμα να χάσουν μεγάλο μέρος από τις εξουσίες τους, οι αρμοδιότητες τους όμως μάλλον αυξάνονται (Yves Mény, Συγκριτική Πολιτική, τόμος Β΄, σελ. 432-433, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1996). Σ’ αντίθεση με τις ΗΠΑ, η ανταγωνιστική νομοθεσία (έτσι προσδιορίζεται το κατάλοιπο εξουσίας) στη Ο.Δ. Γερμανίας το άρθρο 72 του συντάγματος μετατρέπει σε αποκλειστική αρμοδιότητα της ομοσπονδίας αφού προνοεί ότι, «στους τομείς που αναφέρονται στην ανταγωνιστική νομοθεσία, τα κρατίδια έχουν το δικαίωμα να νομοθετούν εφόσον και στο βαθμό που η ομοσπονδία δεν κάνει χρήση του δικαιώματός της να νομοθετεί». Το σύνταγμα αναγνωρίζει στα κρατίδια να νομοθετούνεφόσον και στο βαθμό που η ομοσπονδία δεν κάνει χρήση του δικαιώματός της να νομοθετεί». Το σύνταγμα αναγνωρίζει στα κρατίδια να νομοθετούν αλλά μόνο σε τρεις περιπτώσεις: (i) όταν ένα ζήτημα μπορεί να ρυθμιστεί αποτελεσματικά με τη νομοθεσία των κρατιδίων, (ii) όταν οι νόμοι ενός κρατιδίου μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα σε ένα άλλο κρατίδιο, δηλαδή απαιτείται εναρμόνιση των νόμων των κρατιδίων, και, (iii) όταν το απαιτεί η νομική και οικονομική ενότητα και, κυρίως, η ανάγκη ομογενοποίησης των συνθηκών ζωής μεταξύ των κρατιδίων (όπως για παράδειγμα οι ίδιες προϋποθέσεις για εισδοχή των νέων στα πανεπιστήμια, παροχής υπηρεσιών υγείας, κατώτατος μισθός κλπ). Όπως γράφει και ο γάλλος συγγραφέας που αναφέραμε πιο πάνω, η ανάγνωση αυτών των προϋποθέσεων καθιστά σαφές το γεγονός ότι πρόκειται λιγότερο για περιορισμούς έναντι της ομοσπονδίας και περισσότερο για προσκλήσεις προς παρέμβαση. Τέλος θα προσθέσουμε, ότι σε όλες τις μη συμβασιακές ομοσπονδίες το κατάλοιπο εξουσίας αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των ομοσπονδιακών οργάνων.

VI. Η κυριαρχία στα ομοσπονδιακά κράτη
Από την αρχή θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ένα κεφαλαιώδες πρόβλημα που εμφανίζεται στη χώρα μας: η σύγχυση ανάμεσα στην ομοσπονδία και τη συνομοσπονδία επειδή διασυνδέεται άμεσα με το ζήτημα της κυριαρχίας. Πως προσδιορίζεται όμως η συνομοσπονδία και πως διακρίνεται από την ομοσπονδία; Η νομική επιστήμη προσδιορίζει ότι, η Συνομοσπονδία δημιουργείται με διεθνή συμφωνία (με βάση το Δίκαιο των Διεθνών συμφωνιών) ανάμεσα σε δυο ή περισσότερα κράτη, όπου συνενώνουν τις δυνάμεις τους για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Τα συμμετέχοντα κράτη δεν εκχωρούν την κυριαρχία τους, δεν εγκαθιδρύουν νέο κράτος με εκτελεστικά όργανα γι’ αυτό και η συνομοσπονδία δεν αιτούται διεθνούς αναγνώρισης. Η συνομοσπονδία λοιπόν, δεν αποτελεί νέο κράτος και δεν διαθέτει κυριαρχία η οποία είναι ένα από τα στοιχεία που προσδιορίζουν την έννοια του ανεξάρτητου κράτους. Αυτό το ζήτημα στη χώρα μας υπερτονίζεται από τους ελληνοκύπριους ηγέτες, που έντονα δηλώνουν ότι, η προσπάθεια της Τουρκοκυπριακής ηγεσίας είναι η εγκαθίδρυση συνομοσπονδίας και όχι ομοσπονδίας. Αν όμως κάποιος παρακολουθήσει τις συζητήσεις που γίνονται θα διαπιστώσει ότι δεν στοχεύουν στην συνομολόγηση συμφωνίας για εγκαθίδρυση συνομοσπονδίας, αλλά ο μετασχηματισμός του κράτους της Κύπρου σε ομοσπονδιακό. Είναι παραπλανητικό και δημιουργεί σύγχυση ανάμεσα στις δυο κοινότητες, οι κομματικοί ηγέτες να ισχυρίζονται κάτι τέτοιο από τη στιγμή που δεν εκφράζει την πραγματικότητα. Όλες οι συμφωνίες που υπογράφηκαν μέχρι σήμερα, ακόμα και από εκείνους τους Τουρκοκύπριους ηγέτες που στο παρελθόν υποστήριζαν τη διχοτόμηση, αφορούν την εγκαθίδρυση ομοσπονδιακού κράτους.
Το Κοινό Ανακοινωθέν των δυο ηγετών που υπογράφηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2014 αναφέρεται σαφώ στην εγκαθίδρυση ομοσπονδίας, αλλά δυστυχώς αυτοί που απορρίπτουν το συμβιβασμό ανάμεσα στις κοινότητες, ανφέροντα;ι ότι ψευδώς ότι εγκαθιδρύει συνομοσπονδιακό κράτος. Συγχίζουν το βαθμό της συγκέντρωσης εξουσιών στα κεντρικά ομοσπονδιακά όργανα με εκείνο των συνιστώντων κρατιδίων, δηλαδή πόσο συγκεντρωτική ή αποκεντρωμένη θα είναι η ομοσπονδιακή εξουσία. Ξεκαθαρίζοντας ότι η συνομοσπονδία δεν είναι κράτος, η ανάλυση των προβλημάτων θα επικεντρωθεί στην κυριαρχία του ομοσπονδιακού κράτους και τα συναφή μ’ αυτήν θέματα.
(i)                 Η κυριαρχία
Για να καταλάβουμε τι σημαίνει κυριαρχία θα πρέπει πρώτα να δώσουμε ένα γενικό ορισμό: Κυριαρχία είναι το σύνολο των διακριτών ιδιοτήτων της κρατικής εξουσίας, οι οποίες εκφράζονται σε πολιτικο-νομικές μορφές ανεξαρτησίας και δράσης των θεσμικών της οργάνων τόσο στις εξωτερικές σχέσεις όσο και στο εσωτερικό του κράτους. Αυτός ο ορισμός ισχύει για όλα τα κράτη ανεξάρτητα αν είναι ενιαία ή ομοσπονδιακά. Για τα ενιαία κράτη δεν τίθενται ερωτηματικά για την κυριαρχία, εφόσον δεν υπάρχει άλλος κρατικός σχηματισμός μέσα σ’ αυτό, που να διεκδικεί μέρος της κυριαρχίας είτε εξωτερικής είτε εσωτερικής. Αυτό το πρόβλημα εμφανίζεται μόνο στα ομοσπονδιακά κράτη, αλλά και σ’ αυτά το μέγεθος των απαιτήσεων των υποκειμένων της ομοσπονδίας εξαρτάται από την ιστορική πορεία που είχαν μέχρι της συμμετοχή τους στην ομοσπονδία. Για παράδειγμα τα States που συμφώνησαν στη συνδιάσκεψη της Φιλαδέλφειας σε μετεξέλιξη της συνομοσπονδίας (Union of States 1776-1787) σε ομοσπονδία των ΗΠΑ, δεν είχαν διεθνείς σχέσεις και διεθνή αναγνώριση, έτσι δεν χρειάστηκε να εκχωρήσουν σ’ αυτήν, την εξωτερική τους κυριαρχία και διεθνή αναγνώριση.  Ούτε και τα κράτη της Ένωσης Γερμανικών κρατών (Staatenbund 1815-1866) που σχημάτισαν αργότερα την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ούτε και η Ένωση των Καντονίων (1640-1798 και 1815-1848) που αργότερα συμφώνησαν στην εγκαθίδρυση της Συνομοσπονδίας της Ελβετίας. Αναφερόμενοι στην Ελβετία θα πρέπει να τονιστεί ότι, ο τίτλος «συνομοσπονδία» που αναφέρεται στην ονομασία της είναι τυπικός, επειδή με βάση τις πρόνοιες του συντάγματος του 1848 καταργήθηκαν όλοι οι τελωνειακοί περιορισμοί ανάμεσα στα Καντόνια, εισήχθηκε ενιαίο νομισματικό σύστημα, καθορίστηκε ενιαία ιθαγένεια και ενιαίο σύστημα μέτρων και βαρών. Εγκαθιδρύθηκε ομοσπονδιακή κυβέρνηση και νομοθετικά όργανα (άνω και κάτω βουλή).
Κυριαρχία είναι ιδιότητα που χαρακτηρίζει τα ανεξάρτητα κράτη, -όποια μορφή κι αν έχουν- η οποία αποτελεί αρχή του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου και κατοχυρώνεται τόσο στο καταστατικό του ΟΗΕ όσο και άλλων διεθνών οργανισμών. Ανεξαρτησία κράτους σημαίνει μη υποταγή της εξουσίας του σε άλλο ή άλλα κράτη αλλά και την υπεροχή του έναντι άλλων οργανισμών στο εσωτερικό της χώρας. Με άλλα λόγια, η κυριαρχία και η ανεξαρτησία είναι έννοιες διαλεκτικά συνδεδεμένες, δηλαδή η ύπαρξη της κυριαρχίας απαιτεί την ανεξαρτησία και δεν νοείται ανεξαρτησία χωρίς την κυριαρχία. Αυτή η ιδιότητα όμως αφορά τις σχέσεις του κράτους προς το εξωτερικό του περιβάλλον, γι’ αυτό και μπορεί να αποκαλεστεί ως η εξωτερική μορφή της κυριαρχίας τους. Το κράτος ως δρών υποκείμενο στις διεθνείς σχέσεις υπόκειται στους κανόνες που καθορίζονται από τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου που τα ίδια τα κράτη αναλαμβάνουν την διεθνή υποχρέωση να υλοποιήσουν. Σύμφωνα με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου στην ελευθερία ενεργειών και πρακτικών δράσεων του κράτους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κυριαρχία των άλλων κρατών η οποία δεν μπορεί να παραβιάζεται.
Πως όμως ερμηνεύεται η κυριαρχία στο εσωτερικό της χώρας, ειδικά όταν το κράτος είναι ομοσπονδιακό; Για τα ενιαία κράτη δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση: οι επαρχίες ή περιφέρειες δεν έχουν κυριαρχία, τα κεντρικά όργανα εξουσίας αποφασίζουν και επιβάλλουν τις αποφάσεις του. Τι γίνεται όμως στην ομοσπονδία, όπου δρώντες δυνάμεις στο εσωτερικό της χώρας λειτουργούν και άλλοι κρατικοί σχηματισμοί; Έχουν ή δεν έχουν κυριαρχία τα ομόσπονδα κρατίδια και ποια τα όρια της κυριαρχίας τους; Η λέξη «όρια» έχει τη σημασία της, επειδή το ομοσπονδιακό σύνταγμα διατυπώνει με σαφήνεια τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες των υποκειμένων της. 
Στις συμβασιακές ομοσπονδίες τα κράτη που συμβλήθηκαν σε ομοσπονδία και εθελούσια μετατράπηκαν σε υποκείμενα της, διατηρούν το σύνταγμα τους, όμως, το τροποποιούν έτσι ώστε να είναι συμβατό με το σύνταγμα της ομοσπονδίας το  οποίο τα ίδια ενέκριναν και έθεσαν σε εφαρμογή. Διατηρούν όμως το σύνταγμα και τους μηχανισμούς και τη δομή των κρατών τους που υπήρχαν πριν από την εγκαθίδρυση της ομοσπονδίας. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω τα υποκείμενα της ομοσπονδίας δεν κατέχουν κυριαρχία για διεθνή αναγνώριση, εφόσον υποτάσσονται στους νόμους της ομοσπονδίας. Υπάρχει όμως ένα χαρακτηριστικό στοιχείο στις συμβασιακές ομοσπονδίες το οποίο δεν έχουν η μη συμβασιακές ομοσπονδίες. Τα ομόσπονδα κρατίδια στις συμβασιακές ομοσπονδίες έχουν κυριαρχία στο επίπεδο εκείνο που αναφέρεται το ομοσπονδιακό σύνταγμα, όσον αφορά τα σύνορα του κρατιδίου, δηλαδή η ομοσπονδία δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα σύνορα οιουδήποτε υποκειμένου μέλους της, γεγονός που δεν ισχύει στις μη συμβασιακές ομοσπονδίες, όπου η κεντρική εξουσία μπορεί να διαλύσει ένα κρατίδιο ή να του αφαιρέσει μέρος του εδάφους του για να σχηματίσει νέο υποκείμενο μέλος της. Επίσης η ομοσπονδιακή εξουσία δεν μπορεί να απαιτήσει τροποποίηση των προνοιών του συντάγματος των ομόσπονδων κρατιδίων, εφόσον αυτά είναι συμβατά με το ομοσπονδιακό σύνταγμα. Αυτό μπορεί να καταστεί δυνατόν με την συγκατάθεση των πολιτών όλων των κρατιδίων που την συναποτελούν. Αν αυτό μπορεί να αποκαλεστεί μορφή κυριαρχίας, τότε μπορούμε να μιλούμε για εσωτερική κυριαρχία των ομόσπονδων κρατιδίων. Υπάρχουν βεβαίως και άλλα στοιχεία που μπορούν να προσδιοριστούν ως εσωτερική κυριαρχία, όπως είναι η αυτονομία στη θέσπιση νομοθεσιών που αφορούν θέματα που ρυθμίζουν την καθημερινή ζωή των πολιτών από τα νομοθετικά όργανα των κρατιδίων και την εκτελεστική εξουσία. Η εκτελεστική εξουσία των ομόσπονδων κρατών δεν φέρει ευθύνη έναντι της ομοσπονδίας αλλά έναντι των ομόσπονδων νομοθετικών οργάνων. Τα νομοθετικά όργανα των ομόσπονδων Πολιτειών δημιουργούνται με βάση τη νομοθετική ρύθμιση εκπροσώπησης των κομμάτων. Το εκλογικό σύστημα μπορεί να ποικίλλει από κρατίδιο σε κρατίδιο, ανάλογα και με την ιστορία του πριν από την εγκαθίδρυση ομοσπονδιακού κράτους. Κάθε κρατίδιο/Πολιτεία διαθέτει το δικό του νομικό σύστημα, όπως και δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Συνήθως το ομοσπονδιακό σύνταγμα δεν αναφέρεται και δεν προσδιορίζει τη μορφή δομής των θεσμικών οργάνων του κρατιδίου.
(ii)                           Από πού εκπηγάζει η κυριαρχία
Οι πολιτικοί ηγέτες που απορρίπτουν το Κοινό Ανακοινωθέν υποστηρίζουν ότι αυτό αναφέρεται σε δυο κοινότητες, άρα σε περίπτωση αποχώρησης της μιας κοινότητας, ονοματίζοντας την Τουρκοκυπριακή (γιατί μόνο αυτήν και όχι και την Ελληνοκυπριακή;) θα αποταθεί στον ΟΗΕ και θα υποστηρίξει ότι διαθέτει κυριαρχία και άρα δύναται να αποσχιστεί και να εγκαθιδρύσει δικό της κυρίαρχο κράτος. Το Κοινό Ανακοινωθέν δεν αναφέρρεται σε κοινοτικές ομάδες, αλλά σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, δηλαδή στους νομίμους κατοίκους αυτής της χώρας στο σύνολο τους, άρα θα εκπηγάζει από αυτούς. Ο κ. Ν. Αναστασιάδης διεξήλθε με κάθε λεπτομέρεια αυτό το θέμα και πρέπει να πω ότι επεσήμανε όλα τα νομικά και πολιτικά ζητήματα που απορρέουν από αυτή την πρόνοια του Κοινού Ανακοινωθέντος. Η επιμονή των διαφωνούντων, ότι στο δημοψήφισμα θα έχουν λόγο και οι έποικοι, μπορεί να έχουν δίκιο και είναι δύσκολο για την Κυπριακή Δημοκρατία να εξασφαλίσει τη διαγραφή των εποίκων από τον εκλογικό κατάλογο. Αυτός όμως ο διευρυμένος κατάλογος, είναι αποτέλεσμα της διαιώνισης του προβλήματος και των συνεχών απορριπτικών τοποθετήσεων των Ελληνοκυπρίων ηγετών. Βέβαια την κυπριακή ιθαγένεια κατέχουν περίπου 95 χιλιάδες Τουρκοκύπριοι και υπάρχουν ακόμα μερικές χιλιάδες που είναι παιδιά από μεικτούς γάμους Τουρκοκυπρίων με Τούρκους πολίτες, που η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αναγνωρίζει.  Θεωρώ ότι ο κ. Ν. Αναστασιάδης θα εγείρει αυτό το ζήτημα όταν οι συνομιλίες φθάσουν στο τελικό τους στάδιο και θα επίκειται η προκήρυξη του δημοψηφίσματος. Τότε νομίζω, πως οι δυο πλευρές θα χειριστούν το ζήτημα σε πιο ευνοϊκές συνθήκες, αφού θα έχουν αποκτήσει η μια την εμπιστοσύνη της άλλης και η καχυποψία θα βρίσκεται εκτός του φόντου των συζητήσεων.
Το επιχείρημα, ότι με την απόσχιση θα διεκδικήσουν και κυριαρχία δεν ευσταθεί, επειδή οι Τουρκοκύπριοι είτε οι Ελληνοκύπριοι δεν θα μπορούν να επικαλεστούν «μισή» κυριαρχία για να αποκτήσουν κυρίαρχο κράτος. Η απόσχιση και η αναγνώριση τους θα γίνει για άλλους λόγους και κυρίως πολιτικούς και όχι νομικούς. 
(iii)              Ιθαγένεια
Σε μερικές ομοσπονδίες τα κρατίδια έχουν τη δική τους εσωτερική ιθαγένεια, ταυτόχρονα με την ομοσπονδιακή. Προϋπόθεση όμως, κατοχής εσωτερικής ιθαγένειας είναι η κατοχή της ομοσπονδιακής ιθαγένειας, ενώ σε άλλες ομοσπονδίες υπάρχει μόνο η ομοσπονδιακή ιθαγένεια. Στις διακοινοτικές συνομιλίες τέθηκε θέμα από την τουρκοκυπριακή ηγεσία η αναγνώριση ύπαρξης εσωτερικής ιθαγένειας, αλλά η ελληνοκυπριακή ηγεσία την απορρίπτει και επιμένει στην κατοχή μιας και μόνης ιθαγένειας –της ομοσπονδιακής. Επειδή το πρόβλημα δεν αφορά τους ιθαγενείς κατοίκους ή τους μεικτούς γάμους μεταξύ Κυπρίων και πολιτών τρίτων χωρών, θα μπορούσε να συζητηθεί η κατοχή εσωτερικής ιθαγένειας με προϋπόθεση την κατοχή της ομοσπονδιακής ιθαγένειας. Ας πούμε την αλήθεια πάνω σ’ αυτό το θέμα: τόσο η μια όσο η άλλη κοινότητα ανησυχούν περισσότερο από την κάθοδο Ελλήνων και Τούρκων πολιτών και εφόσον τα συνιστώντα κρατίδια θα μπορούν να απονέμουν την ιθαγένεια χωρίς την έγκριση του κεντρικού κράτους, θα διαφοροποιηθεί η εθνική σύνθεση του πληθυσμού. Περισσότερο γι’ αυτό ανησυχεί η Ελληνοκυπριακή πλευρά παρά η τουρκοκυπριακή, εξαιτίας της πρακτικής που ακολούθησε μέχρι σήμερα η Τουρκία και η Τουρκοκυπριακή ηγεσία με την ανεξέλεγκτη απονομή «ιθαγένειας» σε Τούρκους πολίτες. Η Ελληνοκυπριακή ηγεσία θα μπορούσε να επιμένει στην ομοσπονδιακή απονομή της κυπριακής ιθαγένειας από ομοσπονδιακό όργανο για πολίτες τρίτων χωρών και όχι από ομόσπονδο όργανο του κρατιδίου ή με μια πρόνοια στις συμφωνίες, ότι αυτό μπορεί να καταστεί δυνατόν με την προϋπόθεση της κατοχής ομοσπονδιακής ιθαγένειας.
Ένα σοβαρό θέμα που σχετίζεται άμεσα με την ιθαγένεια είναι η εκλογή των πολιτών στα αντιπροσωπευτικά όργανα της ομοσπονδίας. Στο παρελθόν μάλιστα υπήρξε έντονη συζήτηση στα ΜΜΕ, όταν είχε τεθεί το θέμα της διασταυρούμενης ψήφου με την εφαρμογή του προεδρικού συστήματος διακυβέρνησης, όπως το είχε προτείνει ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, επειδή υπήρχε η δυνατότητα εκλογής Τούρκου εποίκου στην αντιπροεδρία ή και προεδρία του κυπριακού ομοσπονδιακού κράτους. Από την άλλη, οι υποστηρικτές της πρότασης Χριστόφια υποστήριζαν ότι δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, αφού οι Ελληνοκύπριοι δεν πρόκειται να υποστηρίξουν έποικο.  Και στη μια και στην άλλη πρόταση, υπάρχει η περίπτωση να εκλεγεί άτομο, που απέκτησε την ιθαγένεια δια πολιτογραφήσεως, στη μια ή στην άλλη θεσμική θέση. Πρέπει όμως, να ξεκαθαριστεί ένα σοβαρό ζήτημα: από τη στιγμή που θα υπογραφεί η ρύθμιση του κυπριακού και θα καθορίζονται ποιοι είναι οι πολίτες του, στην ομοσπονδιακή Κύπρο δεν θα υπάρχουν έποικοι. Αν συνεχιστεί η χρήση του όρου θα δημιουργηθούν προβλήματα τόσο στη λειτουργία της ομοσπονδίας αλλά και θα ενισχυθεί ο ρατσισμός ανάμεσα στους πολίτες της ομοσπονδίας και των ομόσπονδων πολιτειών/κρατιδίων απέναντι σε μια μερίδα πολιτών του ομοσπονδιακού κράτους. Από την άλλη όμως, αν αυτό αποτελεί πρόβλημα τότε υπάρχει ρύθμιση αυτού του ζητήματος από την παγκόσμια πείρα και ειδικά των ΗΠΑ. Ας προβλέψουν οι διαπραγματευτές τους όρους που μπορεί κάποιος να εκλεγεί στα θεσμικά όργανα της ομοσπονδίας. Θα μπορούσε για παράδειγμα, να εκλεγεί στα αντιπροσωπευτικά όργανα της ομοσπονδίας οιοσδήποτε πολίτης, ο οποίος δεν απέκτησε την ιθαγένεια με πολιτογράφηση αλλά γεννήθηκε στην Κύπρο και ο ένας εκ των δυο γονέων του είναι ιθαγενής Κύπριος. Οι πολικοί μας αντί να αναλώνονται σε διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και αλληλοκατηγορίες, ας προβληματιστούν μαζί για το πώς αυτά τα προβλήματα μπορούν να βρουν τη λύση τους και την αντανάκλαση τους στο ομοσπονδιακό σύνταγμα. Η ομοσπονδιακή Κύπρος χρειάζεται πολίτες και η όλη προσπάθεια είναι η δημιουργία συνείδησης Κυπρίου πολίτη. Ας καλλιεργήσουν κουλτούρα συναίνεσης αντί να παραμένουν πιστοί σε ανατολίτικες αντιπαραθέσεις και διαξιφισμούς που δεν φέρνουν κανένα παραγωγικό αποτέλεσμα.
VII. Το δικαίωμα απόσχισης από την ομοσπονδία.
Όταν το 1960 καταρτίστηκε το σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας από εκπροσώπους των κοινοτήτων, της Τουρκίας και της Ελλάδας ενσωματώθηκε σ’ αυτό το άρθρο 185 που προνοεί τα ακόλουθα: «1. Το έδαφος της Δημοκρατίας είναι ενιαίον και αδιαίρετον. 2. Η καθολική ή μερική ένωσις της Κύπρου μεθ’ οιουδήποτε άλλου Κράτους ή η χωριστή ανεξαρτησία αποκλείονται». Η ελληνοκυπριακή πλευρά αυτή την πρόνοια θέλει να την επαναφέρει και να την ενσωματώσει στο νέο σύνταγμα. Μου είναι άγνωστη η θέση της Τουρκοκυπριακής πλευράς και έτσι δεν μπορώ να τη σχολιάσω. Αποδέχθηκε όμως τη μη απόσχιση να διατυπωθεί εκ νέου στο νέο ομοσπονδιακό σύνταγμα.
Η απόσχιση είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλά κράτη ομοσπονδιακά και μη. Συνήθως τα ομοσπονδιακά συντάγματα δεν προβλέπουν δικαίωμα απόσχισης των ομόσπονδων κρατών από την ομοσπονδία. Στην ιστορία γνωρίζουμε ότι προκλήθηκαν ένοπλες συγκρούσεις και εμφύλιοι σπαραγμοί για να εξέλθουν κρατικοί σχηματισμοί από τις ομοσπονδίες και να εγκαθιδρύσουν δικό τους ανεξάρτητο κράτος. Είναι γνωστοί οι πόλεμοι ανάμεσα στα ομοσπονδιακά στρατεύματα και τις τοπικές εξουσίες, όπως, ο πόλεμος στην Ελβετία το 1847, ο αμερικάνικος εμφύλιος πόλεμος το 1861-1865, στη Νιγηρία 1967-1970, ο πόλεμος στη Τσετσενία, στην Αμπχαζία, και τη Βόρεια Οσετία, οι οποίες αποσχίστηκαν από τη Δημοκρατία της Γεωργίας. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις ειρηνικής απόσχισης (οι πολιτικοί το ονομάζουν βελούδινο διαζύγιο) όπως η απόσχιση της Σιγκαπούρης από την Ομοσπονδία της Μαλαισίας το 1965 και της Σλοβακίας από την Τσεχοσλοβακία την 1η  Ιανουαρίου το 1993. Η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε ειρηνικά και στη θέση της εμφανίστηκαν άλλα 15 κράτη. Η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε επώδυνα, όπου χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένα ξέφρενο εθνικιστικό ξεκαθάρισμα. Στο παρελθόν πρόβλημα απόσχισης αντιμετώπισε ο Καναδάς με το Κεμπέκ, το δε Πακιστάν απώλεσε το Ανατολικό Πακιστάν με την εγκαθίδρυση του κράτους της Μπάγκλα Ντες.
Σήμερα πρόβλημα απόσχισης αντιμετωπίζει η Βρετανία με τη Σκωτία, το Βέλγιο με τους Φλαμανδούς, η Ρωσία με τη Τσετσενία, η Γεωργία με την Απχαζία και τη Βόρεια Οσετία και διαιρεμένη παραμένει η Κορεατική χερσόνησος με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας και τη Δημοκρατία της Κορέας. Για κάθε περίπτωση οι λόγοι είναι διαφορετικοί στην απαίτηση για απόσχιση. Στη χώρα μας αμέσως μετά την ανεξαρτησία αυτοί που παραβίασαν το άρθρο 185 είναι οι Ελληνοκύπριοι που πρόβαλαν και ενήργησαν με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτύχουν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο ίδιος ο Πρόεδρος Μακάριος παραβίαζε συστηματικά το σύνταγμα της χώρας του, όταν πρόβαλλε αλλά και ενεργούσε για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η προβολή της απαίτησης για διχοτόμηση ήταν το επακόλουθο της πολιτικής της ένωσης. Η απόσχιση λοιπόν, είναι πολιτικό ζήτημα και δεν μπορεί να καθοριστεί με συνταγματικούς νόμους και πρόνοιες, επειδή οι νόμοι θα πρέπει να προβλέπουν καταδικαστικές ποινές για όσους ενεργούν υπέρ της παραβίασης των σχετικών προνοιών του συντάγματος. Αυτό το πρόβλημα για τη χώρα μας είναι ακόμα δυσκολότερο επειδή κατοικείται μόνο από δυο κοινότητες (οι υπόλοιπες είναι αριθμητικά ασήμαντες, με μεγαλύτερη τη Μαρωνίτικη κοινότητα). Άρα το πρόβλημα σε περίπτωση εμφάνισης του θα πρέπει να ρυθμιστεί πολιτικά και όχι με τη χρήση βίας. Αρκετά υπέφεραν οι Κύπριοι από την αλόγιστη βία του 1963-4 και του 1974.
Η άποψη μου είναι ότι θα ήταν καλύτερο να αποφευχθεί η αναφορά τέτοιας πρόνοιας στο σύνταγμα του ομοσπονδιακού κράτους Κύπρου. Σε πολλά συντάγματα ομοσπονδιακών κρατών δεν διατυπώνεται τέτοια πρόνοια. Αν στο μέλλον τεθεί ζήτημα απόσχισης της μιας ή της άλλη κοινότητας από το ομοσπονδιακό κράτος, τότε θα μπορεί το πρόβλημα να διευθετηθεί με ειρηνικές συνομιλίες. Ας μη παραβλεφθεί μια ουσιαστική παράμετρος η οποία θα αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για απόσχιση της μιας ή της άλλης κοινότητας: το ομοσπονδιακό κράτος θα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το έδαφος της Κύπρου θα είναι και είναι ήδη έδαφος της ΕΕ και ότι η ΕΕ θα έχει αποφασιστικό λόγο πάνω σ’ αυτό το θέμα. Το Βέλγιο έφτασε στα πρόθυρα της απόσχισης των Φλαμανδών αλλά η παρεμβάσεις της ΕΕ ήταν καταλυτικές. Ύστερα από δυο χρόνια ανυπαρξίας κεντρικής κυβέρνησης οι Φλαμανδοί συνήνεσαν στην δημιουργία ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η απόσχιση αποφεύχθηκε επειδή επιμετρήθηκαν οι κίνδυνοι μια μοναχικής πορείας των Φλαμανδών εκτός της ΕΕ που αφορούσε όχι μόνο το πολιτικό αλλά και το οικονομικό τους μέλλον. Δεν είναι βέβαιο ότι και οι κάτοικοι της Σκωτίας θα αποφασίσουν απόσχιση από τη Βρετανία.
Η απόσχιση δεν είναι πανάκεια επίλυσης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι λαοί των ομοσπονδιακών κρατών. Ο συμβιβασμός και η κοινή αντιμετώπιση των προβλημάτων αποτελεί το μοναδικό δρόμο για γρήγορη ανάπτυξη και δημιουργία νέων οραμάτων για τους πολίτες της συγκεκριμένης χώρας. Εκτός κι αν τους χωρίζει χάος και είναι αδύνατος οιοσδήποτε συμβιβασμός. Εμάς στην Κύπρο μας χωρίζει χάος; Δεν μπορούμε να επιβιώσουμε ως ένα κοινωνικό σύνολο, όπως γινόταν στο παρελθόν πριν από το 1955; Ας δοκιμάσουμε αφήνοντας πίσω τις αντιπαραθέσεις και ας οραματιστούμε το μέλλον των Κυπρίων μέσα στα πλαίσια του ομοσπονδιακού κράτους, μέλους του OHE και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας εργαστούν οι ηγέτες, τα κόμματα και οι κοινωνικές οργανώσεις να κατασκευάσουν πολίτες του Ενιαίου κυπριακού κράτους και ας αφήσουν τις μέλλουσες γενεές να αποφασίσουν. Εξάλλου τίποτα δεν είναι αιώνιο και απροσπέλαστο. Μόνο μια διεθνής συμφωνία έθετε τη λέξη «αιώνια» στο τέλος κάθε παραγράφου: αναφέρομαι στη συμφωνία Παναμά-ΗΠΑ για την εκμετάλλευση της διώρυγας του Παναμά από τις ΗΠΑ. Συμφωνία, που ακυρώθηκε, όταν συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Ας μη ξεχνούμε ότι οι συμφωνίες για την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας κράτησαν μόνο τρία χρόνια, ο διαχωρισμός σαράντα εφτά, το νέο ομοσπονδιακό κράτος δεν μπορεί κανείς πόσα χρόνια μποορεί να επιβιώσει. Μορφές μπορεί να αλλάζει συχνά, έτσι που να απαντά στην καθημερηνότητα των πολιτών, αλλά ως κράτος κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Εξάλλου συμμετέχουμε σε μια δημιουργούμενη Συμπολιτεία που είναι ακόμα άγνωστο μέχρι πού μπορεί να φθάσει.
Η Κύπρος είναι πολύ μικρή για να μοιραστεί στα δυο και πολύ μεγάλη για να χωρέσει όλους τους Κυπρίους.


Βιογραφικό
Ο Κυριάκος Τζιαμπάζης γεννήθηκε στο μεικτό χωριό Αφάνεια της επαρχίας Αμμοχώστου. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου και διδακτορικό στην Ακαδημία Κοινωνικών επιστημών στη Μόσχα. Εξέδωσε τα ακόλουθα βιβλία:
- Η ρύθμιση των διεθνών διαφορών. Λευκωσία 1982.
- Τα αποκαλυπτήρια ενός μύθου. Λευκωσία 2005.
- Θαλής Παπαδόπουλος – Ο άνθρωπος και δημοσιογράφος, εκδ. ΙΜΜΕ (Πανεπιστημίου Λευκωσίας), σε επιμέλεια Α. Κλ. Σοφοκλέους, 2008
- Χριστάκης Κατσαμπάς – δημοσιογράφος και πολιτικός, εκδ. ΙΙΜΕ, σε επιμέλεια Α. Κλ. Σοφοκλέους, 2009
- Για τη μορφή του κυπριακού κράτους –μετεξέλιξη ή παρθενογένεση, εκδ. ΣΑΚΚΑΣ, 2009
- Ο εθνικισμός στην πολιτική ψυχολογία, εκδ. ΙΚΜΕ 2010
- Για την ταυτότητα της Ελληνοκυπριακής Αριστεράς – εμπειρίες και προβληματισμοί, εκδ. ΕΝ ΤΥΠΟΙΣ, 2013.
- Ας μιλήσουμε για ομοσπονδία, έκδοση της σειράς που καθιερώνει ο συγγραφέας με τίτλο «Τετράδια ομοσπονδίας», 2014. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: